ανθυπορύσσω

ανθυπορύσσω

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ανθυπορύσσω" в других словарях:

  • ανθυπορύσσω — ἀνθυπορύσσω (Α) ανθυ πονομεύω* …   Dictionary of Greek

  • ἀνθυπορύσσειν — ἀνθυπορύσσω make countermines pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθυπορύξεις — ἀνθυπόρυξις countermining fem nom/voc pl (attic epic) ἀνθυπόρυξις countermining fem nom/acc pl (attic) ἀνθυπορύσσω make countermines aor subj act 2nd sg (epic) ἀνθυπορύσσω make countermines fut ind act 2nd sg ἀ̱νθυπορύξεις , ἀνθυπορύσσω make… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»